Η Άννα κρατούσε έναν δίσκο με ζεστό κρέας, όταν ξαφνικά ένα χέρι άρπαξε απότομα τον καρπό της.
— Στάσου.
Τινάχτηκε. Ήταν ο Μαρκ — ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου, ένας άνθρωπος που φοβούνταν ακόμη και οι σερβιτόροι με δεκαετίες εμπειρίας.
— Τι είπες εκεί για το πιάνο; — ρώτησε μισοκλείνοντας τα μάτια.
Η Άννα δεν κατάλαβε αμέσως.
— Εγώ… απλώς είπα ότι το πιάνο είναι ξεκούρδιστο.
Ο Μαρκ χαμογέλασε ειρωνικά και την γύρισε προς την αίθουσα. Περίπου σαράντα άτομα κάθονταν στα τραπέζια — επιχειρηματίες και οι σύζυγοί τους.
— Το ακούσατε; — είπε δυνατά. — Η μαγείρισσά μας είναι και μουσικός.
Κάποιος γέλασε.
— Μάλλον σπούδασες στο ωδείο; — ρώτησε χλευαστικά.
Η Άννα σιώπησε.
— Λοιπόν; Σπούδασες ή όχι;
— Όχι, — απάντησε χαμηλόφωνα.
Η αίθουσα ησύχασε λίγο.
— Τι έκπληξη, — είπε ο Μαρκ και χτύπησε παλαμάκια. — Έμμα, έλα εδώ.
Πλησίασε η κόρη του. Τέλειο χτένισμα, φόρεμα ακριβότερο από τον ετήσιο μισθό της Άννας, ψυχρό βλέμμα. Όλοι γνώριζαν την ιστορία της: σπουδές με τους καλύτερους δασκάλους, ακριβές ακαδημίες, συναυλίες στο εξωτερικό.
Ο Μαρκ αγκάλιασε την κόρη του και κοίταξε την Άννα.
— Κοίτα. Η Έμμα θα παίξει τώρα. Μετά θα παίξεις εσύ. Αν παίξεις καλύτερα, θα σου αγοράσω ένα εστιατόριο. Δικό σου. Με το όνομά σου.
Αν όχι — φεύγεις σήμερα. Χωρίς μισθό.
Έδειξε το πιάνο.
Η αίθουσα πάγωσε.
Η Άννα ένιωσε τα αυτιά της να καίνε. Όλοι την κοιτούσαν. Όχι σαν άνθρωπο — σαν θέαμα.
Σκούπισε αργά τα χέρια της στην ποδιά… και έκανε ένα βήμα προς το πιάνο. Και τότε συνέβη κάτι απρόσμενο 😱😨
Η Έμμα κάθισε, τακτοποίησε το φόρεμά της και άρχισε να παίζει.
Ήταν… καλό. Καθαρό. Σωστό. Επαγγελματικό. Οι καλεσμένοι έγνεψαν ευγενικά, κάποιοι χειροκρότησαν.
Ο Μαρκ χαμογελούσε ικανοποιημένος.
— Έτσι, — είπε. — Και τώρα εσύ.
Κοίταξε την Άννα. Η αίθουσα σώπασε.
Η Άννα πλησίασε αργά το πιάνο. Κάθισε. Και από τις πρώτες νότες κάτι άλλαξε.
Δεν ήταν απλώς μουσική. Έπαιζε σαν να ζούσε σε κάθε πλήκτρο. Χωρίς θεατρικότητα, χωρίς επίδειξη — αλλά τόσο δυνατά που έκοβε την ανάσα.
Όταν τελείωσε, για λίγα δευτερόλεπτα κανείς δεν χειροκρότησε.
— Όχι… — ο Μαρκ κούνησε το κεφάλι. — Δεν γίνεται αυτό. Ίσως ξέρεις μόνο αυτή τη μελωδία. Παίξε κάτι άλλο.
Η Άννα έγνεψε και άρχισε ξανά. Μια εξαιρετικά δύσκολη σύνθεση. Χωρίς παρτιτούρες. Μόνο από μνήμης.
Τώρα κανείς δεν αμφέβαλλε.
Όταν έσβησε η τελευταία νότα, η αίθουσα ξέσπασε σε χειροκροτήματα.
Ο Μαρκ την κοιτούσε σαν να την έβλεπε πρώτη φορά.
— Πού… πού το έμαθες αυτό; — ρώτησε.
Η Άννα σηκώθηκε.
— Με έμαθε η γιαγιά μου, — είπε ήρεμα. — Ήταν πιανίστρια.
Η αίθουσα σώπασε ξανά.
Ο Μαρκ πήρε μια βαθιά ανάσα και χαμογέλασε — χωρίς ειρωνεία.
— Θα κρατήσω τον λόγο μου, — είπε. — Το εστιατόριο είναι δικό σου.
Η Άννα έγνεψε σιωπηλά.


