Πριν από πολλά χρόνια, η γιαγιά Άννα είχε βρει στο δάσος τέσσερα ορφανά λυκόπουλα. Η μητέρα τους είχε σκοτωθεί από αυτοκίνητο, και τα μικρά έτρεμαν δίπλα της, έτοιμα να καταρρεύσουν. Η Άννα ήξερε πως δεν πρέπει να επεμβαίνεις στη φύση — αλλά δεν μπόρεσε να τα αφήσει εκεί.
Τα πήρε σπίτι, τα τάιζε με κατσικίσιο γάλα, κοιμόταν κοντά τους όταν ούρλιαζαν από φόβο και τους μιλούσε τρυφερά, σαν να ήταν τα δικά της παιδιά.

Όταν μεγάλωσαν αρκετά, τα επέστρεψε στο δάσος. Δεν τα κράτησε, δεν τα εμπόδισε. Τα λυκόπουλα έμειναν για λίγο κοντά της, σαν να μην ήθελαν να φύγουν — αλλά τελικά το ένστικτο τα οδήγησε μακριά.
Η Άννα πίστεψε ότι η ιστορία τους είχε τελειώσει.
Αλλά είχε κάνει λάθος.
Χρόνια αργότερα συνέβη κάτι που πάγωσε ολόκληρο το χωριό 😱😱

Ένα φθινοπωρινό βράδυ, ενώ το χωριό κοιμόταν, η Άννα βγήκε να μαζέψει ξύλα λίγο έξω από τον κήπο της. Ζούσε μόνη, αλλά ποτέ δεν είχε φοβηθεί το δάσος. Ώσπου ήρθε εκείνη η νύχτα.
Στο μονοπάτι εμφανίστηκε από το σκοτάδι ένας μεγαλόσωμος άντρας με κουκούλα. Πριν προλάβει να φωνάξει, της έκλεισε το στόμα και την τράβηξε προς το ρέμα.
Μύριζε αλκοόλ. Ψιθύριζε ότι «την παρακολουθούσε καιρό» και ότι «κανείς δεν θα άκουγε μέσα στο δάσος».
Η Άννα πάλεψε, αλλά οι δυνάμεις της δεν έφταναν.
Και τότε… το δάσος βούιξε.
Βαθιά. Απειλητικά.
Τέσσερις σκιές εμφανίστηκαν — τεράστιες μορφές, κινούμενες μαζί. Ο άντρας πάγωσε. Η Άννα επίσης.
Ήταν λύκοι. Μια ολόκληρη αγέλη. Μα όχι τυχαία.
Ήταν εκείνα τα τέσσερα. Με τα ίδια σημάδια, τα ίδια μάτια… και ο μεγαλύτερος έκανε ένα βήμα προς την Άννα, σαν να την αναγνώριζε.
Το χαμηλό γρύλισμά του έκανε τον άντρα να τρέμει. Πήγε να φύγει, αλλά οι λύκοι τον περικύκλωσαν χωρίς να αγγίξουν — απλώς του έκλεισαν όλους τους δρόμους.
Ο άντρας έπεσε στο ρέμα, στραμπούληξε το πόδι και άρχισε να ουρλιάζει από πόνο. Οι λύκοι όμως συνόδευσαν σιγά-σιγά την Άννα μέχρι την άκρη του δάσους, σαν σιωπηλή φρουρά.
Εκεί ο αρχηγός λύκος σταμάτησε για λίγο, λες και ήθελε να βεβαιωθεί ότι είναι καλά… και η αγέλη χάθηκε στο σκοτάδι.
Την επόμενη μέρα η αστυνομία βρήκε τον άντρα — βρώμικο, τρομαγμένο, με τραυματισμένο πόδι. Ο ίδιος κάλεσε τις αρχές, λέγοντας ότι «τον περικύκλωσαν λύκοι».

Το χωριό μιλούσε για καιρό γι’ αυτό.
Και η Άννα έλεγε μόνο:
«Τότε εγώ τους έσωσα. Τώρα με έσωσαν αυτοί.»