Γύριζα σπίτι ένα συνηθισμένο ηλιόλουστο απόγευμα. Ο δρόμος ήταν γεμάτος, τα αυτοκίνητα στη σειρά, κι εγώ περίμενα όπως πάντα το πράσινο φως. Πλήξη, ζέστη, η γνωστή διαδρομή — τίποτα το ιδιαίτερο. Ξαφνικά, όμως, παρατήρησα κάτι παράξενο πάνω στο ίδιο το φανάρι.

Στο φανάρι είδα κάτι περίεργο και στην αρχή νόμιζα πως ήταν απλώς ένα σκοινί· αλλά όταν κοίταξα καλύτερα, πάγωσα από τον τρόμο.
Αρχικά πίστεψα ότι ήταν ένα σκισμένο καλώδιο ή ένα κομμάτι ύφασμα που είχε πιαστεί στη δοκό. Κρεμόταν από το κόκκινο φως και κουνιόταν απαλά από τον άνεμο. Όσο όμως το κοιτούσα, τόσο λιγότερο έμοιαζε με καλώδιο. Φαινόταν να… κινείται μόνο του.
Μισόκλεισα τα μάτια, έβγαλα το κεφάλι από το παράθυρο — και ένιωσα ρίγος στη ραχοκοκαλιά. Στο φανάρι κρεμόταν… 😨😱

Ήταν φίδι. Ένα πραγματικό, μεγάλο φίδι που γυάλιζε στον ήλιο και είχε τυλιχτεί γύρω από τη μεταλλική δοκό πάνω από το δρόμο!
Δεν μπορούσα να καταλάβω πώς είχε βρεθεί εκεί. Μήπως σκαρφάλωσε από τα καλώδια; Ή μήπως κάποιος το είχε μεταφέρει κατά λάθος στο αυτοκίνητο κι εκείνο βγήκε όταν το όχημα σταμάτησε; Ό,τι κι αν σκέφτηκα, τίποτα δεν φαινόταν λογικό.
Οι οδηγοί γύρω άρχισαν κι αυτοί να το παρατηρούν. Κάποιοι έβγαλαν τα κινητά τους και τραβούσαν βίντεο, άλλοι κορνάριζαν, κι ένας άνδρας βγήκε από το αυτοκίνητό του για να δει καλύτερα. Το φίδι όμως απλώς κρεμόταν ήρεμα, σαν να ένιωθε άνετα εκεί.
Αργότερα έμαθα από τις ειδήσεις ότι ήταν ένας πύθωνας — πιθανότατα είχε δραπετεύσει από κάποιο ιδιωτικό σπίτι. Οι διασώστες χρειάστηκαν σχεδόν μία ώρα για να το κατεβάσουν.

Ακόμα θυμάμαι εκείνη τη στιγμή: Στέκεσαι στο φανάρι, σκέφτεσαι τα συνηθισμένα σου, κι ακριβώς πάνω σου, λίγα μέτρα μακριά, ένα τεράστιο φίδι έχει κουλουριαστεί. Και τότε καταλαβαίνεις — ακόμη και ο πιο συνηθισμένος δρόμος προς το σπίτι μπορεί να κρύβει το απρόσμενο.